06 Ιανουαρίου, 2014

Άρθρο: Γλωσσάριο Κηπουρικής

 Άγριο: υποκείμενο, που προέρχεται απευθείας - Βλάστηση ενός σπόρου.
  • Αλκαλικό: λέγεται το έδαφος που περιέχει άλατα και αλκάλια, σε περίσσεια. Παρουσιάζει pH ανώτερο του 7.
  • Αμειψισπορά: καλλιεργητική τεχνική που συνίσταται στην εναλλαγή των καλλιεργειών, οι οποίες γίνονται πάνω στο ίδιο έδαφος. 
  • Ο κυριότερος σκοπός της αμειψισποράς είναι η αντιμετώπιση της μειώσεως των αποδόσεων, όταν ένα είδος φυτών καλλιεργείται πάντα στο ίδιο έδαφος, γιατί πολλά φυτά δεν ανέχονται να καλλιεργούνται στο ίδιο έδαφος περισσότερο από ένα χρόνο.
  • Αναβλάστηση: ανάπτυξη βλαστών από τμήματα δέντρου, ή θάμνου, που έχουν κοπεί.
  • Αναρριχώμενο: φυτό το οποίο, με τις κατάλληλες προσαρμογές και με τη βοήθεια φυσικών ή τεχνικών υποστηριγμάτων, κατορθώνει να αναπτύσσεται προς τα πάνω, παρόλο που το στέλεχός του δεν είναι σε θέση να μείνει μόνο του όρθιο (π.χ. κολοκυθιά, χωνάκι).
  • Αποκεφαλισμός: δραστικό κλάδεμα ενός δέντρου, κλάδεμα «στο σταυρό», με το οποίο αφήνουμε μόνο το κορμό και κοντά υπολείμματα των πιο χοντρών κλαδιών. Τα «αποκεφαλισμένα» δέντρα αναπτύσσουν πολλούς νέους βλαστούς.
  • Αραίωμα: εργασία που γίνεται, για να δοθούν οι σωστές αποστάσεις μεταξύ των φυτών, που προήλθαν από μία πολύ πυκνή σπορά ή για να μειωθεί ο αριθμός των καρπών, οι οποίοι υπάρχουν πάνω σ' ένα δέντρο.
  • Αργιλώδες: ονομάζεται το έδαφος που περιέχει μεγάλο ποσοστό καθαρή άργιλο, σε μορφή πολύ λεπτών τεμαχίων. Τα αργιλώδη εδάφη είναι πολύ συμπαγή και δύσκολα στην καλλιέργειά τους.
  • Ασβεστώδες: ονομάζεται το έδαφος, που το κύριο χαρακτηριστικό του είναι ότι περιέχει μεγάλη ποσότητα ασβέστιο(ανθρακικό ασβέστιο).
Ε
  • Εμβόλιο: τμήμα φυτού (οφθαλμός ή μικρό κλαδί) με το οποίο εμβολιάζεται το υποκείμενο για την απόκτηση ενός νέου φυτού. Είναι συνώνυμο του ήμερου.
  • Εντομοκτόνο: ουσία που χρησιμοποιείται στην καταπολέμηση των εντόμων. Ιδιαίτερα λέγονται «δασυστηματικά» τα εντομοκτόνα που έχουν την ιδιότητα να εισχωρούν μέσα στους φυτικούς ιστούς και επομένως να μετακινιούνται μαζί με το χυμό.
  • Επίφυτο: φυτό που δεν έχει ρίζες στο χώμα, αλλά ζει πάνω σε άλλα φυτά, και μάλιστα πάνω στην επιφάνεια των οργάνων τους(κορμούς, κλαδιά).
  • Ετήσιο: φυτό του οποίου ο βλαστητικός κύκλος (από τη γέννηση έως τον θάνατο) συμπληρώνεται μέσα σε ένα χρόνο.
Θ
  • Θερινός πολτός: προϊόν προερχόμενο από το πετρέλαιο, που χρησιμοποιείται στην καταπολέμηση των κοκκοειδών, κατά την άνοιξη και το καλοκαίρι.
Κ
  • Κάλυψη εδάφους: πραγματοποιείται με φύλλα πολυαιθυλενίου ή με άχυρο, τύρφη ή κοπριά, με σκοπό την μείωση της απώλειας υγρασίας και του περιορισμού της αναπτύξεως των ζιζανίων.
  • Καρπόδεση: μετάδοση από το στάδιο του άνθους στο στάδιο του καρπού, που πραγματοποιείται έπειτα από την επικονίαση και τη γονιμοποίηση.
  • Καρπόπτωση: πρόωρη πτώση των καρπών, που οφείλεται σε διάφορα αίτια. Παρατηρείται κυρίως, μια καρπόπτωση μετά την άνθιση, όταν ο καρπός αρχίζει να σχηματίζεται και μια καρπόπτωση πριν από την συλλογή, οπότε ο καρπός έχει πιά μεγαλώσει.
  • Κλάδεμα: γεωργική εργασία με την οποία, αφαιρώντας με ειδικό εργαλείο κλαδιά ή τμήματά τους, επηρεάζουμε την ανάπτυξη και την τάση των δέντρων και των θάμνων. Χρησιμοποιείται για να δώσουμε στο δέντρο ένα ορισμένο σχήμα, καθώς και για να ενισχύσουμε την παραγωγή νέων βλαστών, με συνέπεια να έχουμε μεγαλύτερη και καλύτερη παραγωγή. Το κλάδεμα λέγεται ξηρό ή χειμερινό αν εκτελείται κατά την περίοδο αναπαύσεως της βλαστήσεως. Αντίθετα, λέγεται πράσινο ή θερινό, όταν εκτελείται κατά την περίοδο που ξαναρχίζει η βλάστηση.
  • Κομπόστ: μίγμα φυτοχώματος και διάφορων οργανικών υπολειμμάτων (κοπριάς, φύλλων κλπ), που προετοιμάζεται σύμφωνα με ιδιαίτερους τρόπους.
  • Κοπριά: είναι αυτό που προκύπτει από την ανάμιξη της στρωμνής των ζώων στους στάβλους (άχυρα, φύλλα, κλπ.) και των υγρών και στερεών περιττωμάτων τους. Όταν δεν έχει υποστεί επαρκή ζύμωση, η φρέσκια κοπριά μπορεί να προκαλέσει ζημιές στα φυτά, αλλά τότε χρησιμοποιείται, συνήθως , στην προετοιμασία θερμοστρωμνών, γιατί με τη ζύμωση που υφίσταται, αναπτύσσεται θερμότητα.
  • Κορυφολόγημα: αφαίρεση του άκρου ενός βλαστού ή ενός στελέχους, με σκοπό να ενισχυθεί η παραγωγή λουλουδιών και καρπών ή να περιοριστεί η ανάπτυξη τους σε ύψος.
Λ
  • Λίπασμα: οργανική ή ενόργανη ουσία, φυσικής προελεύσεως ή παραγόμενη χημικά, η οποία, όταν προστεθεί στο έδαφος σε ορισμένες ποσότητες, χρησιμεύει να βελτιώσει ποιοτικά και ποσοτικά τη χημική σύσταση. Τα λιπάσματα, που παράγονται από τον άνθρωπο, περιέχουν σταθερά ποσοστά φώσφορο, κάλιο και άζωτο και είναι διαθέσιμα σε υγρή ή σε στερεή μορφή.
Μ
  • Μάτι (οφθαλμός): μικρό σώμα, κυρίως σφαιρικό, από το οποίο σχηματίζονται οι βλαστοί, τα φύλλα ή τα άνθη. Τα μάτια αποτελούνται από μη διαφοροποιημένα κύτταρα και από καταβολές φύλλων, προστατεύονται δε, σχεδόν, πάντα από λέπια.
  • Μεταφύτευση: εργασία που συνιστάται στο να βγάλουμε από το έδαφος τα νεαρά φυτά, που αναπτύχθηκαν στο σπορείο και να τα τοποθετήσουμε στην οριστική τους θέση, δηλαδή στην ύπαιθρο, όπου θα συμπληρώσουν την υπόλοιπη ανάπτυξη τους.
  • Μονόοικο: φυτό που βγάζει άνθη ερμαφρόδιτα ή άνθη ενός μόνο γένους, δηλαδή άλλα άνθη είναι αρσενικά και άλλα θηλυκά, πάνω στο ίδιο φυτό, αλλά χωριστά τα μεν από τα δε (π.χ καρυδιά, καστανιά, κολοκυθιά).
  • Μονόφορη, ποικιλία: σε αντιδιαστολή με την πολύφορη. Δέντρο που, μέσα σ’ ένα χρόνο, καρποφορεί μια μόνο φορά.
  • Μόσχευμα: τρόπος αγενούς πολλαπλασιασμού που συνίσταται στο να κάνουμε να ριζοβολήσουν, μέσα σε κατάλληλο υπόστρωμα, ξυλοποιημένα ή ποώδη τμήματα βλαστών ή νέων κλαδιών. Υπάρχουν, επίσης μοσχεύματα φύλλων και μοσχεύματα ριζών, ανάλογα αν το μέρος του φυτού που βάζουμε να ριζοβολήσει αποτελείται από ένα φύλλο ή από ένα κομμάτι ρίζα.
  • Μπάλα χώματος: μάζα χώματος, που μέσα στη γλάστρα ή στο έδαφος, περιβάλλει τις ρίζες ενός δέντρου. Συνήθως, τα ευαίσθητα φυτά μεταφυτεύονται με την μπάλα χώματος που έχουν, για να μην πάθει ζημιά το ριζικό τους σύστημα.
Ν
  • Νιτροποίηση: διεργασία που γίνεται μέσα στο έδαφος, από τα νιτροποιητικά βακτήρια, που μετατρέπουν τις αμμωνιακές ενώσεις, σε νιτρώδεις και κατόπιν σε νιτρικές, οι οποίες περιέχουν άζωτο σε μορφή, που απορροφάται εύκολα από τα φυτά.
Ξ
  • Ξελάκκωμα: εργασία σκαψίματος ή σκαλίσματος, με την οποία απογυμνώνεται ο λαιμός ενός φυτού ή ακόμα και ένα μέρος του ριζικού του συστήματος. Το ξελάκκωμα γίνεται κυρίως στα οπωροφόρα δέντρα, για να ελευθερωθεί το έδαφος από τα αγριόχορτα, να αφαιρεθούν οι παραφυάδες από τη βάση τους και να παραχωθεί η κοπριά.
  • Ξεφύλλισμα: αφαίρεση μέρους των φύλλων ενός φυτού, με σκοπό την απομάκρυνση προσβλημένων οργάνων και την υποβοήθηση της ωριμάνσεως των καρπών(συχνά γίνεται στο αμπέλι).
Ο
  • Όξινο: ονομάζεται το έδαφος που δεν περιέχει καθόλου ή περιέχει λίγο ασβέστιο. Το pH του είναι μικρότερο από 7. Τα όξινα εδάφη είναι φτωχά και κατάλληλα μόνο για λίγες καλλιέργειες(π.χ τα ρείκια).
  • Οξυχλωριούχα: προϊόντα, που συνήθως έχουν σαν βάση το χαλκό και τον ασβέστη. Χρησιμοποιούνται στην καταπολέμηση διάφορων ειδών μυκητολογικών παρασίτων και ιδιαίτερα στη καταπολέμηση του περονόσπορου.
Π
  • pH: σύμβολο που χρησιμοποιείται για να εκφραστεί η συγκέντρωση ιόντων υδρογόνου, σε μια διάλυση και επομένως ο βαθμός οξύτητας ή αλκαλικότητας αυτής της διαλύσεως. Συμβατικά καθορίστηκε ότι το αποσταγμένο νερό, που είναι ιδιαίτερη διάλυση, έχει pH=7. Οι όξινες διαλύσεις έχουν pH μεταξύ 1 και 7. Οι αλκαλικές έχουν τιμές που ποικίλλουν από 7 μέχρι 14. Για το έδαφος, το pH είναι ιδιαίτερα ένδειξη της περιεκτικότητας του σε θρεπτικά άλατα και είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, για τη χρησιμοποίησή του σε καλλιεργητικούς σκοπούς. Πράγματι, για κάθε φυτό υπάρχει ένα pH άριστο και έτσι είναι δυνατό να προσδιοριστεί ο τύπος του εδάφους που του ταιριάζει περισσότερο.
  • Παράχωμα: γεωργική εργασία που συνίσταται στη συγκέντρωση χώματος γύρω από τη βάση των φυτών, έτσι ώστε να καλυφτεί μέχρι ένα σημείο το βασικό τους τμήμα. Χρησιμεύει στο να υποβοηθήσει την ανάπτυξη νέων ριζών, να αποφευχθεί το πρασίνισμα των κονδύλων της πατάτας που γυμνώνονται από το χώμα ή να εξασφαλιστεί η καλύτερη κατανομή και η καλύτερη απορρόφηση των νερών των βροχών μέσα στο έδαφος. Στη λαχανοκομία το παράχωμα έχει μεγάλη σημασία για τη λεύκανση (εκχλοίωση) των βασικών τμημάτων διάφορων λαχανικών(σέλινα, φινόκια, κάρδοι κλπ).
  • Πασαλώδης ρίζα: χοντρή και σαρκώδης, που προχωρεί κάθετα προς τα κάτω από την οποία είναι δυνατό να δημιουργηθούν μικρές διακλαδώσεις και λεπτά, δευτερεύοντα ριζίδια.
  • Πολλαπλασιασμός: σύνολο των διεργασιών, με τις οποίες από ένα άτομο, δημιουργούνται πολλά άλλα φυτά. Ο αγενής πολλαπλασιασμός παράγει φυτά, χωρίς γονιμοποίηση(με μόσχευμα, καταβολάδα, εμβολιασμοί, διαίρεση κλπ.) και εξασφαλίζει την απαίτηση νέων φυτών εντελώς όμοιων με το μητρικό φυτό. Ο εγγενής πολλαπλασιασμός, αντίθετα, χρησιμοποιεί τους σπόρους και λόγω του υβριδισμού, είναι δυνατό να δώσει φυτά πολύ διαφορετικά, από τους γονείς.
  • Πολυανθές: φυτό που, από τη φύση του, ανθίζει πολλές φορές μέσα στον ίδιο χρόνο, Υπάρχουν πολυανθή φυτά, τα οποία, σαν συνέπεια αυτής της ιδιότητας, παράγουν καρπούς για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα(π.χ μερικές ποικιλίες φράουλας).
Σ
  • Σκάλισμα: γεωργική εργασία που εκτελείται στις καλλιέργειες κατά γραμμές, με την ανακίνηση του χώματος σε μικρό βάθος, στο χώρο μεταξύ των γραμμών. Ο κύριος σκοπός του σκαλίσματος είναι η καταστροφή των αγριόχορτων(ζιζανίων)και η μείωση των απωλειών υγρασίας του εδάφους, από την εξάτμιση.
  • Σπορά: εργασία με την οποία οι σπόροι τοποθετούνται για βλάστηση σε κατάλληλο περιβάλλον. Μπορεί να γίνει στα πεταχτά, κατά γραμμές ή κατά όρχους. Η σπορά στα πεταχτά γίνεται κατανέμοντας τους σπόρους, ομοιόμορφα, πάνω σε όλη την επιφάνεια. Η σπορά κατά γραμμές ή σειρές γίνεται τοποθετώντας τους σπόρους μέσα σε παράλληλα αυλάκια, ενώ στη σπορά κατά όρχους, οι σπόροι τοποθετούνται μέσα σε μικρούς λάκκους.
  • Στόλονας: πλευρικός βλαστός, που έρπει, μερικών ποωδών φυτών, ο οποίος μπορεί να αποκτήσει σημαντικό μήκος και έχει την ικανότητα να αναπτύξει φύλλα και τυχαίες ρίζες(έτσι πολλαπλασιάζονται γρήγορα η φράουλα και ο μενεξές). Μπορεί να χρησιμοποιηθεί στον αγενή πολλαπλασιασμό.
Τ
  • Τύρφη: υλικό πλούσιο σε φυτικά υπολείμματα που έχουν υποστεί ή εξακολουθούν να υφίσταται μια αργή εργασία ανθρακοποιήσεως μέσα στο υπέδαφος ή των έλων. Η τύρφη επειδή έχει μεγάλη περιεκτικότητα σε οργανικές ουσίες και είναι ικανή να συγκρατήσει σημαντική ποσότητα νερού, χρησιμοποιείται σε μερικές κηπευτικές και ανθοκομικές καλλιέργειες.
Υ
  • Υποκείμενο: ένα από τα δύο στοιχεία του εμβολιασμού, που λέγεται και «άγριο». Συγκεκριμένα είναι αυτό που αποτελεί το ριζικό τμήμα και το στέλεχος ή το μέρος του στελέχους, πάνω στο οποίο εισάγεται το εμβόλιο.
  • Υποστήλωση: τοποθέτηση, στους λαχανόκηπους και τους δεντρόκηπους, πασάλων μεγάλων και μικρών, που προορίζονται να στηρίζουν τα φυτά και τα δέντρα που καλλιεργούνται.
Φ
  • Φυτόχωμα: επιφανειακό στρώμα του εδάφους των δασών και των λιβαδιών, πλούσιο σε χούμο, επειδή περιέχει σημαντική ποσότητα από φυτική υπολείμματα.
Χ

  • Χλωρή λίπανση: καλλιεργητική εργασία, που συνίσταται στο παράχωμα του επιφανειακού στρώματος του εδάφους μαζί με τα ποώδη φυτά, που αναπτύχθηκαν σε αυτό. Έτσι το έδαφος πλουτίζεται σε οργανικές ουσίες και ιδιαίτερα αζωτούχες.
  • Χλώρωση: ασθένεια των φυτών, που οφείλεται στην καταστροφή της χλωροφύλλης και εκδηλώνεται με τον κίτρινο χρωματισμό των μερών, που συνήθως είναι πράσινα. Αποδίδεται σε διάφορες αιτίες(υπερβολική υγρασία, κακή ποιότητα εδάφους, έλλειψη φωτός, έλλειψη σιδήρου, κλπ.).
  • Χούμος: σύνολο οργανικών ουσιών, που έχει υποστεί, περισσότερο ή λιγότερο, βαθιά αλλοίωση και συμμετέχει στο σχηματισμό του επιφανειακού τμήματος και σε μικρό πάντως βάθος του εδάφους, στους διασώδεις, χορταριασμένους ή καλλιεργημένους τύπους. Ο χούμος που έχει μαλακή σύσταση και χρώμα, που ποικίλλει από καστανό μέχρι μαύρο, είναι ένα στοιχείο, που έχει μεγάλη σημασία στη σύνθεση ενός ισορροπημένου εδάφους.

Ψ
  • Ψιλοχωμάτισμα: σύνολο των εργασιών του εδάφους, που έχουν σαν σκοπό να μετατρέψουν σε μικρά κομματάκια τις μπάλες του χώματος, που σχηματίστηκαν από το τσάπισμα ή την άροση.